Read Time:5 Minutes

Τα Game Awards ήρθαν. Τα Game Awards έφυγαν. Φεύγοντας, όμως, μας άφησαν παρακαταθήκη τα βραβεία που απένειμαν. Στον απόηχο, λοιπόν, της πανδημίας, με τα συναισθήματα μας ανάμεικτα για τη νέα αυτή πραγματικότητα, η οποία έχει επηρεάσει ακόμα και την βιομηχανία του gaming, τα Game Awards ήρθαν να ξαναφέρουν στο προσκήνιο την συζήτηση σχετικά με το αν και πόσο μπορεί ένας θεσμός απονομής βραβείων να είναι αντικειμενικός, και πόσο τελικά οι επίδοξοι ψηφοφόροι – gamers μπορούν πραγματικά ανεπηρέαστοι, απαλλαγμένοι από “μαρκετίστικα” τρικ, να έχουν αντικειμενική κρίση. Προφανώς, το ερώτημα αυτό δεν είναι της παρούσης να αναλυθεί, ούτε κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι δόκιμο να γίνει κάτι τέτοιο, ειδικά για έναν τομέα που είτε με τον σωστό είτε με τον λάθος, μερικές φορές, τρόπο πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο του. Και ο στόχος αυτός είναι η ψυχαγωγίας μας.

Αυτό, όμως, που επιβάλλεται κάθε φορά να συζητηθεί είναι ο νικητής του πρώτου βραβείου. Διότι ο πρώτος ηγείται όλων, ο δεύτερος ηγείται των χαμένων. Υποδεχτείτε, λοιπόν, τον Βασιλιά, The Last of Us Part II!

Για αρχή, θα αναφέρουμε ότι Το Last of Us Part II είναι το sequel του πασίγνωστου παιχνιδιού του PS3, το οποίο μετέτρεψε την Naughty Dog – γνωστή κυρίως από την σειρά παιχνιδιών Uncharted – σε ένα στούντιο – κολοσσό. Τα δύο παιχνίδια μοιάζουν να είναι παρόμοια, αλλά ταυτόχρονα και τόσο διαφορετικά. Η πλοκή διαδραματίζεται σε έναν post-apocalyptic κόσμο, όπου μια ασθένεια μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα, που μάλλον “ζομπίζουν”. Ακόμα και σε αυτό το κομμάτι, το παιχνίδι δέχθηκε μεγάλη κριτική από τους fans των zombie σειρών/ταινιών/παιχνιδιών, καθώς η μεταμόρφωση των θυμάτων του ιού θυμίζει περισσότερο πυρηνικό ατύχημα παρά zombie με την στενή έννοια του όρου.

Μια ιστορία που άρχισε για να τελειώσει δραματικά

Στο πρώτο παιχνίδι, πρωταγωνιστής είναι ο Joel, ένας στοιχειωμένος από το παρελθόν του άντρας, που μια σειρά γεγονότων τον φέρνει να δεθεί συναισθηματικά με την 14χρονη Ellie, την οποία την βλέπει ως κόρη του. Το σενάριο μάς οδηγεί σε μια επικίνδυνη πορεία διαμέσου της κατεστραμμένης Αμερικής, με απώτερο σκοπό την αναζήτηση θεραπείας για την ασθένεια. Ο στόχος δεν επιτυγχάνεται ποτέ, καθώς ο Joel κάνει μια λογική (και για κάποιους καταστροφική) επιλογή για να προστατεύσει την Ellie. Κάπου εκεί τελειώνει το πρώτο μέρος, αφήνοντας πραγματικά τις καλύτερες εντυπώσεις και παράλληλα μεγάλη προσμονή για τη συνέχεια, που ήταν βέβαιο ότι θα έρθει.

Στο Part II, το σενάριο επικεντρώνεται στην 19χρονη, πλέον, Ellie, η οποία ζει σε μια σχετικά ασφαλή κοινότητα στο Wyoming. Έχει δουλειά, φίλους, αγάπη. Ταυτόχρονα, όμως, παλεύει και με την υπερπροστατευτική φύση του Joel. Και ενώ όλα μοιάζουν κοινότυπα, μια τραγική στιγμή στο σενάριο του παιχνιδιού οδηγεί την Ellie να ακολουθήσει τον δρόμο της εκδίκησης με προορισμό το Seattle. Κάπου εδώ είναι που ξεκινάει το σεναριακό έπος του The Last of Us Part II. Πέρα από το καθαρά gameplay κομμάτι, που μπορεί να είναι stealth ή gun & run, αυτό που σοκάρει είναι τα διλλήματα και η αποτίμηση του τι είναι τελικά δίκαιο και τι άδικο. Αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό το σημείο αργότερα.

Ο κόσμος του Last of Us Part II 

Το Seattle, λοιπόν, έχει γίνει πεδίο μάχης, όπου το Απελευθερωτικό Μέτωπο της Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει μια σέχτα μαχητών, που ονομάζονται Seraphites. H Ellie βρίσκεται πραγματικά στην μέση της διαμάχης αυτής, καθώς ο στόχος της εκδίκησης είναι πάνω απ’ όλα για αυτήν. Ο κόσμος είναι συναρπαστικός. Τα γραφικά είναι όμορφα, τα πρόσωπα και η κινησιολογία των χαρακτήρων αποδίδονται υπέροχα. Η συναισθηματική φόρτιση που δημιουργείται από το περιβάλλον είναι έντονη. Ακόμα και όταν σκοτώνεις έναν NPC, αυτός είναι ένας χαρακτήρας με όνομα, που κάποιοι άλλοι χαρακτήρες θρηνούν για αυτόν.

Το gameplay

Οι μηχανισμοί μάχης είναι μια αναβάθμιση από το Part I, χωρίς όμως να ενοχλούν όποιον το έχει παίξει στο παρελθόν. Εξάλλου, νέα όπλα και παγίδες έχουν προστεθεί, αν και ουσιαστικά αποτελούν δευτερεύον στοιχείο του παιχνιδιού. Παράλληλα, κάποια στοιχεία γρίφων που υπάρχουν στο παιχνίδι (άνοιγμα χρηματοκιβωτίων με κωδικό κτλ.) απλά τα προσπερνάω, γιατί κάτι τέτοιο μάλλον έκαναν και οι developers. Κάτι που σίγουρα δεν προσπεράσαν, όμως, ήταν η βελτίωση του AI των αντιπάλων. Οι αντίπαλοι φαίνονται να κινούνται και να αντιλαμβάνονται το χώρο τόσο καλά, που κάποιες φορές νιώθεις ότι παίζεις multiplayer. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά σε γενικές γραμμές ισχύουν τα προηγούμενα. Όσον αφορά τα όπλα και τα εργαλεία, αυτά εξακολουθούν να είναι σπάνια και το παιχνίδι ουσιαστικά σε αναγκάζει να ακολουθήσεις ένα stealth style gameplay. Ακόμα και αυτό το στοιχείο – η αποφυγή, δηλαδή, της μάχης – σε οδηγεί κλιμακωτά στην κορύφωση και στον μοναδικό στόχο της Ellie: την εκδίκηση.

Όμως, για κάθε πράξη υπάρχει και μια αιτία. Αυτό το διαπιστώνει σχετικά νωρίς ο παίκτης, ο οποίος καλείται να χειριστεί στο παιχνίδι και άλλον χαρακτήρα. Έτσι, βλέπει ουσιαστικά, την άλλη οπτική του σεναρίου. Και είναι ακριβώς αυτό το σημείο, που αρχίζει ο προβληματισμός για το τί είναι σωστό και τί λάθος, τί δίκαιο και τί άδικο. Σε αυτή την δεύτερη, παράλληλη σχεδόν χρονικά, οπτική, ο παίκτης καλείται να κάνει ό,τι και πριν: να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον απολυτά εχθρικό με τα ελάχιστα resources που βρίσκει, όσο η πλοκή ξετυλίγεται δυναμικά προς την κορύφωση. Μια κορύφωση, που βρίσκει τους δύο χαρακτήρες του παιχνιδιού να συναντιούνται.

Η ηθική διαμάχη και τα προβλήματα

Το γεγονός ότι υπάρχει ομοφυλόφιλο representation στο παιχνίδι, οδήγησε σε εκδήλωση μένους από μια μερίδα παικτών, και ακόμα περισσότερα προβλήματα, όταν στο θέμα πήρε θέση το κίνημα #gamergate. Οι προσωπικοί λογαριασμοί των εργαζομένων της Naughty Dog, μάλιστα, πλημμύρισαν με σεξιστικές, ομοφοβικές και τρανσφοβικές συκοφαντίες και απειλές, λίγο πριν την κυκλοφορία του παιχνιδιού. Παρόλα αυτά, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι απαραίτητες στο παιχνίδι τόσο για την ανάπτυξη της πλοκής όσο και για το κομμάτι του gameplay. Επίσης, ο κόσμος του Last of Us είναι τόσο σκοτεινός και καταπιεστικός, που ένιωθα πιο άνετα όταν είχα κάποιον μαζί μου, ακόμη και αν αυτός ήταν NPC companion.

Το ίδιο σκοτεινό, καταπιεστικό και παράλληλα καταθλιπτικό είναι και το τέλος του παιχνιδιού. Η τελική μάχη, χωρίς υπερβολή, βάζει τον παίκτη να αναρωτηθείς «γιατί;», ενώ του αποδεικνύει με τον πλέον κυνικό τρόπο ότι το καλό και το κακό είναι έννοιες σχετικές. Αλλά και η τελευταία, απόλυτα κινηματογραφική σκηνή, του δείχνει ότι όλες οι επιλογές έχουν ένα κόστος, στο οποίο καλείται να απαντήσει «αν αξίζει τελικά».

Τα συμπεράσματα δικά σας

Το The Last of Us Part II έχει πολλούς εχθρούς και ακόμα πιο πολλούς φίλους. Αυτός ο διαμοιρασμός οφείλεται απόλυτα στο σενάριο, τη θεματολογία και την ωμότητα που παρουσιάζει κάποια πράγματα. Σε ένα, όμως, πράγμα συμφωνεί η πλειοψηφία αυτών που το έπαιξαν. Στο ότι, δηλαδή, τεχνικά είναι ένα άρτιο παιχνίδι, με εξαιρετικά στοιχεία στο gameplay, απόλυτα ψυχαγωγικό (με μια πιο raw μορφή) και κλείνει με τον πιο όμορφο τρόπο την απερχόμενη γενιά κονσολών . Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: Αξίζει τον τίτλο του “Game of The Year 2020”; Αν ρωτούσατε τον συντάκτη των ανωτέρω λεγομένων, θα σας απαντούσε «απόλυτα». Αλλά. επειδή. η κρίση του καθενός είναι κάτι υποκειμενικό, δεν έχετε παρά να παίξετε το The Last of Us Part II. Αλλά πριν το ξεκινήσετε, να θυμάστε ότι μιλάμε για τον νικητή των Game Αwards 2020. So take a breath and… all hail the king!

About Post Author

Θάνος Δήμου

Λάτρης του time traveling. Μέχρι να το καταφέρει ασχολείται με θέματα τεχνολογίας και επικοινωνιών, ζώντας κάτι μεταξύ "De omnibus dubitandum" και "Timendi causa est nescire".